90 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Με τη μετάβαση από την Οθωμανική στην Αγγλική κυριαρχία (1878) η Κύπρος εισέρχεται, με αργούς έστω ρυθμούς, στην εποχή της βιομηχανικής και αστικής ανάπτυξης. Όταν ιδρύθηκε η Ένωση Νέων Τραστ (1924), η Λευκωσία ήταν μια πόλη με είκοσι (20) περίπου χιλιάδες κατοίκους, από τους οποίους το 57% Ελληνοκύπριοι, 36% Τουρκοκύπριοι και 7% από άλλες κοινότητες, με μεγαλύτερη την αρμενική. Στην ευρύτερη περιοχή της Λευκωσίας (με βάση την απογραφή του 1921) υπήρχαν 45 ιατροί, 5 οδοντίατροι, 34 δικηγόροι, 251 καθηγητές και δάσκαλοι, 60 μουσικοί, 563 δημόσιοι υπάλληλοι, 450 έμποροι, δεκάδες βιομήχανοι, 9 φωτογράφοι κ.ο.κ., αριθμοί που μαρτυρούν την εμφάνιση και σταδιακή εδραίωση της νέας αστικής και μικροαστικής τάξης της πρωτεύουσας. Η νέα ελληνοκυπριακή κοινωνική ελίτ, μεγάλο μέρος της οποίας απέκτησε μόρφωση σε ελληνικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, ήταν φορέας της προσαρμο- γής στα ευρωπαϊκά πρότυπα, της «εκδυτικοποίησης» της κυπριακής κοινωνίας. Διεκδικούσε μεγαλύτερο και πιο αυτόνομο ρόλο στη δημόσια ζωή και περισσότερη ελευθερία δράσης. Ως φυσικό επακόλουθο, έγινε εκφραστής του κινήματος εθνικής αυτοδιάθεσης και ένωσης με την Ελλάδα, καθώς και της ανάγκης για περισσότερες ελευθερίες και δικαιώματα από το αποικιακό καθεστώς.

Αντίθετες με τις επιδιώξεις αυτές ήταν οι διαθέσεις της υπό τον Μάλκολμ Στήβενσον αποικιακής διακυβέρνησης που διακρίθηκε ιδιαίτερα για τον αυταρχισμό της. Στο αίτημα των Κυπρίων για περισσότερα δικαιώματα και αυτοδιοίκηση, το 1923, ο υπουργός των αποικιών της Μ. Βρετανίας, με βάση έκθεση του κυβερνήτη, κατέληξε στο συμπέρασμα «ότι η Κύπρος δεν έχει φτάσει ακόμα σε τέτοιο βαθμό πολιτικής ανάπτυξης, ώστε επί του παρόντος να δικαιολογείται η παραχώρηση μεγαλύτερων συνταγματικών εξουσιών» (Georgallides G. A Political and Administrative History of Cyprus 1918-26, Λευκωσία 1979). Προϋπόθεση για την ανάπτυξη της επιρροής της νέας αστικής τάξης ήταν η ενότητα, η συνεργασία και αλληλεγγύη για την επίτευξη των οικονομικών της στόχων και των ευρύτερων οραματισμών της. Αυτές τις ανάγκες έκφρασης της νέας κοινωνικής ελίτ, της δημιουργίας νέων πνευματικών και πολιτισμικών προτύπων και της καθιέρωσης ενός νέου τρόπου ζωής, έκφραζε και η δημιουργία της Ένωσης Νέων ΤΡΑΣΤ.

Η δημιουργία του ΤΡΑΣΤ ήταν και μια έκφραση «Λευκωσιάτικου πατριωτισμού». Όπως ανέφερε ο εκ των ιδρυτών, Ευριπίδης Θεοφανίδης στα 10χρονα του, «την εποχή που ιδρύθηκε το Τραστ η Λευκωσία, μόλις εκινείτο σ΄ ένα κύκλο αποκαρδιωτικής ατονίας, στο πνευματικό και αθλητικό επίπεδο». Από τη νάρκη αυτή φιλοδόξησαν να την ξυπνήσουν οι ιδρυτές της Ένωσης Νέων Τραστ. Ακολουθώντας και το παράδειγμα των αγγλικών clubs το Τραστ διατήρησε εξαρχής κλειστό χαρακτήρα. Η διαδικασία εγγραφής νέων μελών ήταν απαιτητική και υπό προϋποθέσεις, τα μέλη του ήταν μόνο άνδρες, παρόλο που οι γυναίκες έπαιρναν ενεργό μέρος στις πλείστες δραστηριότητές του. Όσο συντηρητικό ήταν στη λειτουργία του, άλλο τόσο καινοτόμο ήταν στη δράση του, που κάλυπτε ένα ευρύτατο φάσμα, στους τομείς της παιδείας, του πολιτισμού, του αθλητισμού και από τη συμμετοχή σε εθνικές εκδηλώσεις μέχρι τη διοργάνωση του «χορού των χορών», του Bal Rouge. Οι ιδρυτές της Ε.Ν. ΤΡΑΣΤ, ενώ τάσσονταν σθεναρά υπέρ των εθνικών διεκδικήσεων των Ελλήνων της Κύπρου, επέλεξαν ταυτόχρονα για το σωματείο έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, εντάσσοντας σ΄αυτό Αρμένιους, Μαρωνίτες και Λατίνους και ένα ξενικό όνομα, το TRUST (εμπιστοσύνη).

Αυτές οι επιλογές δεν έγιναν κατανοητές από διάφορους ελληνοκυπριακούς παράγοντες. Έτσι οδηγήθηκε και στη διάσπαση με τη δημιουργία του ΑΠΟΕΛ, ενώ εξαρχής είχε να αντιμετωπίσει και την κριτική για το όνομά του. Στους επικριτές επιφυλάχθηκε να δώσει πειστικές απαντήσεις με την εθνική και κοινωφελή δραστηριότητά του. Η άποψη για αλλαγή του ονόματος επανήλθε στην ημερήσια διάταξη το 1960, χωρίς όμως και πάλι να επικρατήσει. Στις επιλογές του σωματείου, ιδιαίτερα το πρώτο διάστημα, ασφαλώς λαμβάνονταν υπόψη και οι ιδιαίτερα αυταρχικοί περιορισμοί του αποικιακού καθεστώτος, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1930. Καθ’ όλη την πρώτη αυτή περίοδο το ΤΡΑΣΤ τήρησε μια μετριοπαθή στάση και μια απόσταση από τις πολιτικές εξελίξεις στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Αυτή η κατάσταση, όμως, διαφοροποιήθηκε μέσα από τις ίδιες τις εξελίξεις, στην πορεία κλιμάκωσης του εθνικού αγώνα. Έτσι, κατά τη δεκαετία του 1940 και ακόμη περισσότερο τη δεκαετία του 1950, η συμμετοχή του ΤΡΑΣΤ στις εθνικές διεκδικήσεις κλιμακώνεται και εκ των πραγμάτων η πολιτιστική και αθλητική δραστηριότητα περνά σε δεύτερο πλάνο.

Κατά τη δεκαετία του 1940, η διαμάχη δεξιάς και αριστεράς, ιδιαίτερα στο φόντο του ελληνικού εμφυλίου, δημιούργησε εσωτερικές διαιρέσεις, μέσα από τις οποίες το ΤΡΑΣΤ επιβεβαίωσε την ένταξη και τους προσανατολισμούς του εντός της δεξιάς εθνικόφρονης παράταξης. Η επίδραση του πολιτικού κλίματος ήταν τέτοια, ώστε το 1944 το Σωματείο ανέβαλε τους εορτασμούς για τα εικοσάχρονά του, εξαιτίας των Δεκεμβριανών στην Αθήνα, που ήταν και η αφετηρία του εμφυλίου πολέμου. Μετά την ανεξαρτησία, η πολιτική και πάλι επέφερε νέες διαφοροποιήσεις και διαιρέσεις εντός του ΤΡΑΣΤ, μέχρι και το 1974, γεγονός που δεν είναι άσχετο και με την επιβράδυνση της ανανέωσης και την αδρανοποίηση του σωματείου για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Σήμερα, μετά τις τραγικές εμπειρίες που βίωσε η πατρίδα μας, αλλά και μετά την ένταξη στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια, το ΤΡΑΣΤ, πιστό στα οράματα των ιδρυτών του, προσαρμόζει την πορεία του και ανανεώνει την κοινωφελή του δράση. Πυξίδα στη δράση του η παρακαταθήκη των ιδρυτών του «Έκαστος δι’ Όλους και Όλοι δι’ Έκαστον»